«Η Ατέρμονη Απεραντοσύνη του Ανέφικτου» – Στοχασμοί της Σπυριδούλας Σαμούρη

«ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ 2006-2021», Γ. ΚΟΚΚΙΝΟΣ,

«Η ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΦΙΚΤΟΥ» της Σπυριδούλας Σαμούρη

 ~ ~ ~ 

  Συγνώμη, Γιώργο Κόκκινε, μα δεν σε ήξερα, δεν είχα διαβάσει κείμενο σου, μέχρι πριν μόλις λίγες μέρες, τότε, που η εξαιρετική μου φίλη, Νόπη Ταχματζίδου, μού άνοιξε τον δρόμο προς το «Απάνθισμα» του λόγου σου και προχώρησε και παραπέρα ζητώντας μου να λάβω τον λόγο στη σημερινή συνάντηση μιλώντας για τη γραφή σου. Το ίδιο εκείνο βράδυ, ή μάλλον, τα ίδια εκείνα μεσάνυχτα κύμα συγκίνησης και γλυκού πόνου με συνεπήρε γοητευμένη από τα κείμενά σου που αναζήτησα στο διαδίκτυο καθώς με κατακτούσε το ένα μετά το άλλο.

  Αυτή τη γοητεία θα προσπαθήσω να ζωγραφίσω σήμερα με το «Απάνθισμά» σου. Τα κείμενα αποτελούν μία ειλικρινή, πικρή, αληθινή πηγή αυτογνωσίας και ετερογνωσίας στον δρόμο της ζωής, με τα πάθη του ανθρώπου και τα λάθη του που στέκουν σαν δαίμονες τη μία στιγμή μα και φάροι στα επόμενα φωτεινά σκοτάδια που θα βρεθούν εμπρός του την άλλη… Και αυτή η στιγμή λες και είναι διπλή και έχει αέναη διάρκεια σχεδόν πάντα, που τον κάνει να γνωρίζει περισσότερο τον εαυτό του, χωρίς να καταφέρνει να αποφύγει τον σκόπελο του πόνου, όταν βιώνει τη ματαίωση και πάλι. Ξεχωρίζω σε κάποια από αυτά τα κείμενα την καταστροφική γοητεία του ανεκπλήρωτου και ανολοκλήρωτου έρωτα που επανέρχεται ξανά και ξανά. Έχουν τον πόθο και το πάθος φυλαχτό, την επιμονή της ζητιάνικης αναζήτησης της προσοχής του «Άλλου», όταν αυτός αποχωρεί με ευκολία για το επόμενο ταξίδι στους ανθρώπους, αφήνοντας το ποιητικό υποκείμενο τσακισμένο να ονειρεύεται πως το κόκκινο τριαντάφυλλο δεν θα μαραθεί ποτέ- ενώ ξέρει πως μόλις ένα αγκάθι του μοσχομύριστου ρόδου ήταν αρκετό να τον τρυπήσει θανάσιμα για πάντα. Και τότε συμβαίνει το παράταιρο: η διάψευση και η απελπισία αναδύουν μεγαλύτερη ευαισθησία και τρυφερότητα για τον Άνθρωπο! Ο ποιητής μας μετουσιώνει σε φιλοσοφικό στοχασμό για την πρόκληση της ζωής τα πάθη και τα λάθη που συνειδητά καμιά φορά δεν θέλει ο άνθρωπος να τα δει ως παθήματα και τα επαναλαμβάνει. Ποτάμι τα συναισθήματά του τον πνίγουν και τον οδηγούν επανειλημμένα σε τολμηρά ρίσκα που δεν τα μετανιώνει, και ας τον στοιχειώνουν!

  Διαλέγοντας το πρώτο αφηγηματικό ποίημα της συλλογής, «Η Ατέρμονη Απεραντοσύνη του Ανέφικτου», θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω το απόσταγμά του. Δεν είμαι ζωγράφος, σκιτσάρω μόνη μου τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου και πρώτη φορά σήμερα θα τα εκθέσω με τιμή, ευθύνη και αιδώ προς τον ποιητή μας. Γι’ αυτό ζητώ την κατανόησή σου σήμερα, Γιώργο Κόκκινε, αν ο πίνακάς μου δεν αποδώσει την ποιητική σου τέχνη. Και βέβαια, δεν είμαι ποιήτρια, μολονότι ο καθείς μας μπορεί να είναι δημιουργός σκέψεων και συναισθημάτων, όταν το δάκρυ κυλά απρόσμενα, καθώς εμπνέεται ακόμη και από έναν μόνο στίχο από πραγματικούς ποιητές σαν τον Γιώργο Κόκκινο….

  Ο ήρωάς μου, το ποιητικό υποκείμενο, ένας αντισυμβατικός άνθρωπος που κραυγάζει τα πάθη και τους πόθους του ανεκπλήρωτου και αναπόκριτου έρωτα στο διάβα της ζωής, απευθυνόμενος πάντα και μόνο σε δεύτερο πρόσωπο σε Εκείνη, την πολύτιμη και υπέροχή του, Εκείνη που δεν είναι εκεί πια, αν ποτέ υπήρξε στο εκεί του της πραγματικής ζωής. Στέκεται ακίνητος με τα μάτια του παραζαλισμένα και απόψε να θωρούν «το τρένο της γραμμής» που δεν θα φτάσει ποτέ ούτε στον πιο μικρό σταθμό, την ώρα όπου η ώρα φεύγει και ταυτόχρονα μένει εκεί από όπου φεύγει. Και με έκπληξη αυτά τα ίδια λυπημένα μάτια θα απαντήσουν στην ερώτηση που δεν ετέθη ποτέ από Εκείνη στην αστραπιαία αντάμωση που όμως δεν έγινε- όσο και αν αυτός την πεθυμούσε….

  Τη φαντάζεται μπρος του. Με παρακλητικές προστακτικές μέσα στη σιωπή, που όμως κάνουν κρότο, την καλεί σε διάλογο για τα άνθη της Άνοιξης, μίας Άνοιξης που διαχωρίζεται ξεκάθαρα από τις άλλες εποχές, και έχει πρόσωπο σαν να είναι φίλη του. Και το χάραμα, καθώς ανοίγει τα μάτια του, η πρώτη σκέψη του η φροντίδα για τα μπουμπούκια αν ξεπρόβαλλαν με την ίδια ιερή έγνοια του πάντα για το δικό του μπουμπούκι, «μπουμπούκι μου». Ο λόγος του έχει έρωτα και μία σεμνή κτητικότητα, πάντα μέσα στη δυνατή σιωπή της μοναξιάς του. Την καλεί να συναισθανθεί το γλυκό πανηγύρι της Άνοιξης που στήθηκε για χάρη της από τα στοιχεία της φύσης.

  Και μετά, ο πόνος, η πίκρα, η λησμονιά, η θλίψη, «έρημο δέντρο» ο ίδιος χάνεται, καταστρέφεται, αυτοκαταστρέφεται, σβήνει μέσα στη μοναξιά του, στην απουσία του τόσο λατρεμένου Άλλου που όμως δεν είναι εκεί πια- μπορεί να μην ήταν και ποτέ- σε ένα κυνήγι του μέσα στον χρόνο που δεν τον συμπονά ποτέ! Στη ζήση του τα δάκρυα του πόνου χτίσαν τη ζωή του και ζάρωσαν τα χρόνια του με νόμους που αυτός ο ίδιος, όμως, αποδέχτηκε και καταδίκασε τον εαυτό του να τηρεί, αν και γνωρίζει άριστα ότι τον οδηγούν στη δυστυχία.

  Είναι εκείνοι, οι δρεπανηφόροι νόμοι, υπεύθυνοι για το ξέσκισμα και το σακάτεμα της ψυχής και της καρδιάς του, που τον αποπροσανατολίζουν από το όμορφο και το ευτυχές και του «θερίζουν με δρεπάνια» όλα τα όνειρα, ακόμη και όλα όσα απλά και ήρεμα θα μπορούσε να είχε ζήσει στο δραματικό παρόν της κάθε στιγμής. Αυτά τα ανελέητα, αρτηριοσκληρωτικά «πρέπει» και τα «δεν πρέπει» που του δόθηκαν και στα οποία παραδόθηκε αμαχητί να τηρεί, ενώ διαφωνούσε; Τα έφτιαξε ο ίδιος καταφύγιο του εαυτού του για να γλυτώσει τη μάχη της ζωής λιγόψυχα; Πίστεψε από παιδί σε αυτά μα γελάστηκε γιατί ήτανε σκάρτα, τελικά φτιαγμένα μονάχα για τους εκλεκτούς του πρόσκαιρου, του εφήμερου, του περιστασιακού, του εύκολου και ανώδυνου; Εεεε, τότε, λοιπόν, ας μείνει με την τιμιότητά του! Υποταγή στην ερημιά, την ήττα, τη θλίψη, τη ματαίωση, τη δειλία, αλαφροΐσκιωτος, αερικό της νύχτας και μόνος του με τους εφιάλτες και τα φαντάσματά του! Και ας είναι η μόνη δράση του η απόδραση στο όνειρο….

  Και το όνειρο σκαρώνεται με δυο υποθέσεις που ξεδιάντροπα μέσα του σκέφτεται, μέσα του μόνο… Η ανάγκη για τον άνθρωπο και για την επικοινωνία μαζί του, που θα τον οδηγούσε στα ψήγματα -έστω- της ευτυχίας πραγματώνεται σε μία αγκαλιά, ένα φευγαλέο άγγιγμα του χεριού της, και δηλώνεται αμετάκλητα με τη δήλωση: «θα έβλεπα τα λαμπερά σου μάτια να μου γελούν», και δεν θα χρειάζονταν πια οι λέξεις και τα σημεία της στίξης που φτιάξανε οι άνθρωποι τάχα για να συνεννοούνται, «θαυμαστικό μου».

  Και ακολουθεί η υπεράνθρωπη υπέρβαση, η υπερπροσπάθεια, η νίκη του αδύνατου που θα γινόταν εύκολα δυνατό από αυτόν, αν Εκείνη τον αναζητούσε μια μόνο στιγμή στον χωροχρόνο του ονείρου του. Τότε που για αυτήν θα μάζευε «τα πιο κόκκινα τριαντάφυλλα» και με αφοσίωση και υποταγή θα της τα προσέφερε με όλο το είναι του μαζί. Και ας είχαν αγκάθια αυτά, γι’ αυτόν θα γίνονταν τα σκαλοπάτια για να τη φτάσει εκεί ψηλά που είναι. Και αφού με γενναιότητα και σθένος θα της ζητούσε να γίνει δική του, ενώ ήξερε ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, θα ήταν έτοιμος σαν από καιρό να τον συντρίψει –πάλι και πάλι- καθώς αδιάφορα και ανέξοδα αυτή θα τα τσαλαπατούσε με τις μπότες της. Και ας φανταζόταν το φιλί της σε ένα άλλο του όνειρο. Τα όνειρα δεν έχουν όρια.

  Όλος ο κόσμος του, αυτός της ποίησης, η απόλυτη και αμετάκλητη θεοποίηση του έρωτά του. «Γνωρίζω πως τα πάντα , ξεκινούν και τελειώνουν με σένα». Είναι τρομακτική αυτή η δήλωση που ενέχει μέσα της την απόλυτη υποταγή, την απόλυτη αφοσίωση, τον απόλυτο ευτελισμό, την απόλυτη απαξίωση της ύπαρξής του. Καθώς αυτή λικνίζεται σαν αερικό που θα χαθεί στο δευτερόλεπτο του άπιαστου και του απραγματοποίητου χαμογελώντας του τελευταία φορά πριν χαθεί για πάντα, αυτός θα πέταγε μέχρι τα αστέρια από τη μέθη της χαράς. Τα αστέρια, όμως, είναι μακριά και αυτός δεν μπορεί να σκεφτεί ότι τις πιο πολλές φορές δεν υπάρχουν, έχουν καταστραφεί στο διάστημα και μόνο το φως τους φτάνει σε εμάς να μας ξεγελάει για την ύπαρξή τους. Σε μια ασθματική αποστροφή του λόγου του ζητά να μην τον αμφισβητήσει σε τίποτε γιατί απλά έτσι είναι αυτός, έτσι νιώθει, έτσι αυτή τον έκανε να νιώθει, «δεν υπερβάλω, έτσι εκφράζω εγώ την αγάπη».

  Και αφού Αυτή υπάρχει μόνο μέσα του και στα όνειρα του, αυτός «με το μελάνι της ψυχής» του καταφεύγει στον μόνο κόσμο όπου μπορεί να αναπνεύσει, να ζήσει, να υπάρξει, και αυτός είναι μόνο ο μαγικός, άφταστος για τους πολλούς, θεϊκός κόσμος της δημιουργίας ποίησης. Η ποίηση είναι η μόνη που μπορεί να αποδεχτεί και να αγκαλιάσει τα απωθημένα του και τα χαμένα όνειρά του στον δρόμο που ξεκίνησε με ενθουσιασμό. Ο δρόμος του είχε οδηγό αυτόν τον υπέροχο έρωτα. Όταν επέστρεψε συντετριμμένος ακόμη μια φορά, δεν ήταν ο ίδιος πια. Η ποίηση είναι η μόνη που τον παρηγορεί στον άγριο πόνο που ξεσκίζει τα μύχια του, το μόνο του καταφύγιο. Και έτσι, έρχεται η έμπνευση για το επόμενο ποιητικό δημιούργημα με αρχή «το τελείωμα των τακουνιών» της αγαπημένης που από καιρό έχει αποχωρήσει- αν ήρθε και ποτέ….

  Και είναι οι νόμοι που επανέρχονται και πάλι, «άγραφοι κανόνες» οι οποίοι, αν και δεν υπάρχουν πουθενά, είναι αυτοί που ορίζουν, καθορίζουν, προσδιορίζουν και τελικά, περιορίζουν ασφυκτικά το είναι, το αίσθημα, το συναίσθημα, την ελευθερία της ύπαρξης, σε έναν αέναο μάταιο αγώνα για την ευτυχία και την πλήρωση της ύπαρξης. Μία κραυγή, ένα ουρλιαχτό, μία οδύνη, ένας πόνος θάλασσα, ένας χείμαρρος δάκρυα, ένα ακόμη τίποτε στο τίποτε.

  Γιατί Αυτή ποτέ της δεν έμεινε μονάχη τα σαββατιάτικα βράδια, ποτέ της δεν μάζεψε με τις χούφτες της τα παγωμένα δάκρυά της, ποτέ της δεν έκανε θρύψαλα την καρδιά της, ποτέ της δεν ναυάγησε τον εαυτό της στα πέλαγα του κόσμου, δεν σκόρπισε ποτέ τον εαυτό της, δεν ξοδεύτηκε, δεν μοιράστηκε, δεν αφιερώθηκε, δεν προσηλώθηκε, δεν έζησε με ένα αερικό, μία μνήμη, μίαν ανάμνηση, μία εικόνα, ένα χαμόγελο, ένα όνειρο, μία ελπίδα, μία προσμονή, ένα «σε περιμένω! εδώ είμαι! σαν από πάντα ήμουν! δεν ξέρω να φύγω! δεν θα φύγω! δεν επιλέγω να φύγω γιατί δεν θέλω, όχι γιατί δεν μπορώ! γιατί σε αγαπώ. έτσι απλά και επώδυνα…». Αυτή είχε το άστρο της κυριαρχίας, της γοητείας, του άκρατου ναρκισσιστικού εγωισμού- ίσως, την πίστη στη δύναμή της, τη στιβαρότητα στο περπάτημά της να αλωνίζει τις καρδιές των άλλων, να θερίζει τα συναισθήματά τους και να αποχωρεί θριαμβευτικά «σαν κυρία σε κορμιά ανδρικά» χωρίς να βλέπει πίσω της τα αποκαμωμένα από τον ερωτικό τους θάνατο συντρίμμια στις ζωές τους.

  Όμως τότε είναι που ο ήρωάς μου βρίσκει τη σωτηρία, το νόημα της ζωής γι’ αυτόν, την ατέρμονη απεραντοσύνη του ανέφικτου! Το αδύνατο, το απραγματοποίητο, το απελθόν για πάντα, ο μη γυρισμός, το αχανές, το εις το διηνεκές οριστικό και αμετάκλητο αντίο, ο εφιάλτης της αποδοχής του τέλους…. Μήπως η αρχή;

Έγινα λίγο καλύτερος άνθρωπος νιώθω… Γιώργο Κόκκινε, σε ευχαριστώ!

~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ 

 σε πρώτη δημοσίευση για το ιστολόγιο της Πορφυράδας © Μάιος 2022
το κείμενο αξιοποιήθηκε τροποποιημένο για τις ανάγκες παρουσίασης του βιβλίου «Απάνθισμα 2006-2021»

Πηγή: Πορφυράδα, 23 Μαΐου 2022

https://porfyrada.blogspot.com/2022/05/blog-post.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: